ἀγαιος

ἀγαιος
Grammatical information: adj.
Meaning: epithet of a sacrificial calf in the Labyades inscr. (Schwyzer 323).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Connected with ἀγα-(μαι); cf. ἀγαῖον ἐπίφθονον H., and Buck, Gr. Dial. 245.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Αγαίος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Γιος του βασιλιά του Άργους Τημένη. 2. Ηλείος, που ο γιος του Ονομαστός ήταν ένας από τους υποψήφιους γαμπρούς του τυράννου της Σικυώνας Κλεισθένη …   Dictionary of Greek

  • Ἀγαίω — Ἄγαιος masc nom/voc/acc dual Ἄγαιος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαίω — ἀγαῖος enviable masc/neut nom/voc/acc dual ἀγαῖος enviable masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαίων — ἀγαῖος enviable fem gen pl ἀγαῖος enviable masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγαιον — ἀγαῖος enviable masc acc sg ἀγαῖος enviable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγαίου — Ἄγαιος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγαίων — Ἄγαιος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄγαιον — Ἄγαιος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαίου — ἀ̱γαίου , ἀγαίομαι to be indignant at imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀγαίομαι to be indignant at pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἀγαίομαι to be indignant at imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.